μεσουρανίζω

μεσουρανίζω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μεσουρανίζω" в других словарях:

  • μεσουρανίζω — (Μ μεσουρανίζω) μεσουρανώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού μεσουρανώ κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • μεσουράνισμα — το (ΑM μεσουράνισμα) το να βρίσκεται ένα ουράνιο σώμα στο μέσον τού ουρανού, το μεσουράνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. *μεσουρανίζω ή μεταπλ. τ. τού μεσουράνημα. κατά τα ουδ. σε ισμα] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»